αποκήρυκτος

αποκήρυκτος
ἀποκήρυκτος, -ον (AM)
αυτός που έχει αφοριστεί από την Εκκλησία
αρχ.
1. όποιος έχει αποκηρυχθεί δημόσια
2. (για κληρονόμο) εκείνος που έχει αποκληρωθεί.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ἀποκήρυκτος — publicly renounced masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκήρυκτον — ἀποκήρυκτος publicly renounced masc/fem acc sg ἀποκήρυκτος publicly renounced neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρύκτοις — ἀποκήρυκτος publicly renounced masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρύκτου — ἀποκήρυκτος publicly renounced masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρύκτους — ἀποκήρυκτος publicly renounced masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρύκτων — ἀποκήρυκτος publicly renounced masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκηρύκτῳ — ἀποκήρυκτος publicly renounced masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”